Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

Θεολογίτης: από τα παλαιότερα επώνυμα της Αμοργού



Το κανονικό επώνυμο του πατριάρχη του ρεμπέτικου τραγουδιού Γιώργου Κατσαρού είναι Θεολογίτης. Το Κατσαρός ήταν παρατσούκλι. Ανήκε στον κλάδο των Στούπηδων (παρατσούκλι και το Στούπης) από τους Θεολογίτες της Χώρας.



Ο μελετητής της Αμοργού Ιωάννης Κ. Βογιατζίδης στην μελέτη του «Αμοργός — Ιστορικαί έρευναι περί της νήσου» γράφει το 1918 για το επώνυμο Θεολογίτης:

Το οικογενειακό όνομα Θεολογίτης, το οποίο από τον Μηλιαράκη θεωρείται αυτόχθον, συνδέεται άμεσα με την ιστορία της μονής της Χοζοβιώτισσας. Κανένας δεν αμφιβάλει ότι το Θεολογίτης δηλώνει τον μοναχό της μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπως τα Αγιοθεοδωρίτης, Μετοχίτης, Οξεΐτης, κτλ. Είναι γνωστό ότι στα βόρεια του κάστρου της Αμοργού βρίσκεται σήμερα ναΐσκος του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, που περιβαλλόταν παλιότερα από κελιά και ανήκε στην μονή της Πάτμου. Αυτό τον ναό αναγνωρίζουμε στον Μεγάλο Θεολόγο, ο οποίος σαν μονύδριο αναφέρεται σε τρεις πράξεις του Βραβείου της Χοζοβιώτισσας. Η πρώτη από αυτές τις πράξεις καθορίζει τα όρια των πλαγιοχώραφων του μονυδρίου ως εξής:

«Του Θεολόγου. Εισίν και τα πλάγια του μεγάλου Ιωάννου του Θεολόγου. Αρχή των Καλογέρων το Βουνό ωσάν έρχεται εις την αγίαν Βαρβάραν παγαίνοντας το Όξω Σπήλαιον και πά προς το Τυροκέλλι παγαίνοντας των Λιθακιών το σπήλαιον και εις τα Βορινά το βορινόν αλώνι του αγίου Θεολόγου και παν το Βαθύν Ποταμόν παγαίνοντα της Χαρδιακί-
νας το σπήλαιον».

Από τα όσα αναφέρει ο Βογιατζίδης προκύπτει ότι αρχικά το επώνυμο Θεολογίτης αναφερόταν στους μοναχούς ενός μετοχιού της μονής της Πάτμου, που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και βρισκόταν στην Χώρα. Επομένως το επώνυμο Θεολογίτης δημιουργήθηκε στην Αμοργό και είναι ένα από τα πιο παλιά και πιο γνήσια επώνυμα του νησιού σήμερα. Αυτό πράγματι φαίνεται να είναι αναμφισβήτητο, όπως προκύπτει και από άλλα στοιχεία.

Φαίνεται όμως ότι ο Βογιατζίδης κάνει λάθος να συνδέει το επώνυμο Θεολογίτης με το μετόχι της μονής της Πάτμου και, συνεπώς, με την Χώρα. Όπως έχει αποδείξει ο δάσκαλος Νικήτας Βασσάλος ο Μεγάλος Θεολόγος, που αναφέρεται στο Βραβείο, βρίσκεται στον Κρίκελο της Γιάλης και από το παλαιότερο μοναστηριακό συγκρότημα σώζεται ο εντυπωσιακός του ναός, ο μεγαλύτερος του νησιού. Άλλωστε, και τα τοπωνύμια που αναφέρονται στην πράξη του Βραβείου (Λιθακιές, Τυροκέλλι, κλπ) συνεχίζουν και σήμερα να βρίσκονται σε χρήση, εκεί στα βουνά της Γιάλης. («Αμοργιανά» , τεύχος 8, Ιούνιος 2002, περιοδική έκδοση του Συνδέσμου Αμοργίνων.)

Φαίνεται λοιπόν ότι το πιθανότερο είναι (κι αυτό πιστεύω) ότι το επώνυμο Θεολογίτης δημιουργήθηκε στην Γιάλη για να προσδιορίσει εκείνους που εργάζονταν στα χωράφια του Μεγάλου Θεολόγου ή διατηρούσαν στην περιοχή αυτή κτίσματα, χωράφια και κοπάδια και όχι τους καλόγερους του Θεολόγου. Άλλωστε, υπάρχει πληθώρα παρόμοιων πατριδωνυμικών επωνύμων όπως το Πολίτης (Κωνσταντινουπολίτης), Ροδίτης, Καλυβίτης, Λιβανίτης, Βαλαωρίτης, Δολιανίτης, Κρεστενίτης, Λεχωνίτης, Καραβίτης, Σχορτσανίτης, κ.α.

Από τον τηλεφωνικό κατάλογο του ΟΤΕ διαπιστώνουμε ότι το Θεολογίτης είναι εντυπωσιακά αμοργιανό επώνυμο. Υπάρχουν 33 καταγραφές στην Αμοργό και ελάχιστες στην υπόλοιπη Ελλάδα: 1 στην Τήνο, 2 στην Πάρο, 3 στην Θεσσαλονίκη, 1 στην Κω και 1 στην Πάτρα. Υπάρχουν επίσης 114 καταγραφές στην μείζονα περιοχή Αθηνών με τα περίπου πέντε εκατομμύρια ανθρώπους.

Ένα άλλο εντυπωσιακό στοιχείο για το επώνυμο Θεολογίτης είναι ότι έχει ισορροπημένη διασπορά σε όλη την Αμοργό. Με βάση τον τηλεφωνικό κατάλογο Αμοργού οι καταγραφές του επωνύμου έχουν ως εξής:
  • Αιγιάλη 19.
  • Κάτω Μεριά 17.
  • Χώρα 12.
  • Κατάπολα 9
Αυτή η ισορροπημένη κατανομή υποδεικνύει και την παλαιότητα του επωνύμου πάνω στο νησί, διότι για να μπορέσει να επιτευχθεί (με γάμους, μετακινήσεις, κλπ) χρειάζεται να περάσει πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Το γεγονός, επίσης, ότι το επώνυμο έχει ισχυρή παρουσία στην Αιγιάλη δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με τον Μεγάλο Θεολόγο.

Το επώνυμο Θεολογίτης έχει συχνότητα στις αμοργιανές οικογένειες σε ένα ποσοστό 7%. Μαζί με το Νομικός και το Γαβαλάς έχουν την μεγαλύτερη συχνότητα στην Αμοργό. Παρά το γεγονός αυτό, ένα άλλο, ιδιαίτερα εντυπωσιακό, στοιχείο είναι ότι το Θεολογίτης δεν συναντάται στα νησιά των λεγόμενων Μικρών Κυκλάδων που έχουν αποικιστεί από αμοργιανές οικογένειες από τα μέσα του 19ου αιώνα.

Μία από τις παλαιότερες γραπτές παρουσίες του επωνύμου είναι του 1487 κι αναφέρεται σε ένα αμπέλι του κυρ Ιωάννη Θεολογίτη που είχε στου Χαροκόπου. Άλλες γραπτές αναφορές αφορούν:
  • Τον Μιχάλη Θεολογίτη το 1557.
  • Τον διάκο Μάρκο Θεολογίτη το 1634.
  • Τον αναγνώστη Νικόλα Θεολογίτη και τον Ιωάννη Θεολογίτη το 1652.
  • Τον επίτροπο Λέο Θεολογίτη το 1661.
  • Τον επίτροπο και ιερέα Κώστα Θεολογίτη το 1720 και το 1722.
Από τα ιστορικά στοιχεία προκύπτει ότι οι Θεολογίτες αποτελούσαν και ένα επίλεκτο ιερατικό συγγενολόι. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι ανάμεσα στους ιδρυτές του Συνδέσμου Αμοργίνων το 1901 βρίσκουμε 4 Θεολογίτες.

Ν. Νικ.

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Κάτω Μεριά: οι εκκλησίες και η ιστορία τους

Άη μου Γιώργη του Νησιού, Σταυρέ μου απ' τη Ντοvούσα
Κι Αγία μου Παρασκευή πούσαι στα Παραδείσια

Πολλές φορές τ' ακούμε αυτό το δίστιχο! Πολύ ξακουστές είναι αυτές οι τρεις εκκλησίες στο νησί μας και στα γύρω μικρόνησα. Πολλές παρακλήσεις γίνονται, πολλά ταξίματα.
Εμείς έχουμε την ευτυχία να έχουμε στην περιφέρειά μας την Αγία Παρασκευή, που σήμερα μπορεί να πει κανείς πως είναι το μεγαλύτερο προσκύνημα της Αμοργού. Στη Χάρη της, που γιορτάζεται στις 26 Ιουλίου, έρχονται προσκυνητές απ' όλη την Αμοργό κι ακόμη απ' τα γύρω νησιά. Γίνεται τότε μεγάλο πανηγύρι.

Αλλά γι' αυτό θα πούμε σε άλλο μας σημείωμα.

Στο σημερινό μας σημείωμα θα γράψουμε λίγα λόγια για την τοποθεσία που βρίσκεται η εκκλησία της Μεγαλόχαρης και για την Ιστορία της ευρέσεως της Αγίας εικόνος. Και να τι έχουμε να σας πούμε γι’ αυτά:

Η τοποθεσία "Παραδείσια» βρίσκεται στο Δυτικό μέρος του νησιού μας. Ανήκει στην περιοχή της Κοινότητός μας που λέγεται «Κολοφάνα». Είναι ένας μικρός όρμος. Εκεί αράζουν σήμερα τις βάρκες τους οι ψαράδες της Κάτω Μεριάς. Εκεί κοντά είναι και ο όρμος «Δημητριές». Ζητήσαμε πληροφορίες για την Ιστορία, για την ονομασία αυτού του μέρους. Και μας είπαν τα εξής:

Τα παλιά χρόνια βασίλευε στην περιφέρεια του γειτονικού χωριού «Κολοφάνα» ο βασιλιάς Κολοφώνας.

Ο βασιλιάς αυτός και η γυναίκα του η Δήμητρα ήταν ξακουστοί σ' όλα τα γύρω μέρη για την αγάπη που είχαν μεταξύ τους και για την καλοσύνη τους. Είχαν αρκετά αγαθά και προ πάντων είχαν την αγάπη των υπηκόων τους. Ζούσαν ήσυχοι κι ευτυχισμένοι. Δεν ήταν όμως τυχερό τους να χαρούν την ευτυχία τους αυτή.

Ξαφνικά εχθρικός στρατός αποβιβάζεται στα Δυτικά της περιοχής. Οι βαρδιάνοι ειδοποίησαν εγκαίρως και ο βασιλιάς έτρεξε με το στρατό του για ν' αντιμετωπίσει τον εχθρό. Φονική μάχη έγινε εκεί κοντά στον όρμο! Ο βασιλιάς με τα παλικάρια πολεμούν σαν λιοντάρια Πολεμούν με την ορμή που πολεμά εκείνος που κινδυνεύει η Πατρίδα του! Οι εχθροί όμως είναι πολλοί Τα πολεμικά τους μέσα ισχυρότερα. Έτσι κυκλώθηκε ο βασιλιάς και αναγκάστηκε να παραδοθεί Η βασίλισσα Δήμητρα, ανήσυχη παρακολουθούσε τη μάχη. Και όταν είδε την νίκη των εχθρών και την αιχμαλωσία του βασιλιά, έπεσε από το βράχο που βρισκόταν, στη θάλασσα και πνίγηκε.

Έτσι ρήμαξε και καταστράφηκε το βασίλειο. Υπάρχουν όμως για να μας το θυμίζουν τρία ονόματα:

Το χωριό Κολοφάνα που πήρε το όνομά του από τον βασιλιά Κολοφώνα.

Ο όρμος Παραδείσα, που είναι παραφθορά της λέξης Παραδοθείσα (πόλη) και που ονομάστηκε έτσι από την παράδοση της πόλης, και

Ο όρμος Δημητριές, που πήρε το όνομά του από τον πνιγμό της Βασίλισσας Δήμητρας.

Το μέρος που σήμερα είναι χτισμένη η εκκλησία της Μεγαλόχαρης της Αγ. Παρασκευής ήταν πρώτα ένας βοσκότοπος. Κανένας δεν το γνώριζε πως τα παλιά χρόνια υπήρχε εκεί μικρό ερημοκλήσι, που βρισκόταν βουλιαγμένο και θαμμένο μέσα σε πελώρια σκίνα και φίδες (αγριοκυπάρισσα). Αιτία για ν' ανακαλυφθεί αυτό έγινε το εξής περιστατικό:

Στο μέρος αυτό έβοσκε συχνά ένας βοσκός. Για κάμποσες μέρες ο βοσκός αυτός παρατηρούσε πως μια από τις κατσίκες του εξαφανιζόταν το πρωί, έλειπε όλη μέρα και παρουσιαζόταν το βράδυ. Πολύ παράξενο του φάνηκε το πράγμα αυτό και πολύ προσπάθησε να το εξηγήσει! Μέρες όμως πέρασαν χωρίς να μπορεί ν' ανακαλύψει κάτι! Κάποια μέρα, παρακολουθώντας την κατσίκα, την είδε να χάνεται μέσα σ' ένα δάσωμα από σκίνους. Πήγε κι έψαξε εκεί.

Χάθηκε μέσα στους σκίνους ζητώντας την κατσίκα! Και ξαφνικά, βρίσκεται ανάμεσα στα ερείπια παλιάς εκκλησίας, επάνω στην Αγία Τράπεζα της οποίας ήταν πεσμένο το παράξενο ζώο. Γονάτισε ευλαβικά κάνοντας το σημείο του Σταυρού. Έδιωξε το ζώο κι άρχισε να ψάχνει μήπως τυχόν υπήρχε κάπου θαμμένη εικόνα. Οι έρευνές του δε βάσταξαν πολύ. Γρήγορα βρήκε την εικόνα της Μεγαλόχαρης.

Στο μέρος εκείνο οι ευλαβείς προπαππούδες μας έχτισαν μικρή εκκλησία, την οποία μεγάλωσαν κατόπιν οι παππούδες μας και σήμερα την καμαρώνουμε εμείς.

Αρκεσίνη Αμοργού 18-12-1966
Οι μαθητές του Δημοτ. Σχολείου Αρκεσίνης

[Από το βιβλίο «Ιστορίαι, θρύλοι, παραδόσεις της Αμοργού» πρώτη έκδοση 1962 και ανατύπωση 2006 από τον Πολιτιστικό και Εξωραϊστικό Σύλλογο «Αρχαία Αρκεσίνη» Κάτω Μεριά Αμοργού]

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

Λιθακιές της Αιγιάλης

Οι Λιθακιές είναι ένα από τα τοπωνύμια στην ορεινή ζώνη του Κρίκελου, που είναι το υψηλότερο βουνό της Αμοργού και βρίσκεται στην Αιγιάλη. Το όνομα αυτό προέρχεται από την ομηρική λέξη λίθαξ (ο, η) ({ λίθος) (ε415) ‘λιθώδης, τραχεία, σκληρή', άρα η περιοχή του τωπωνυμίου χαρακτηρίζεται για την τραχύτητα του εδάφους, όπως ακριβώς ο Ευστάθιος σχολιάζει τον ομηρικό στίχο: «μήπως μ' εκβαίνοντα βάλη λίθακι ποτί πέτρη» (μήπως με προσρίψη πέτρα τινί εχούση προβολάς οξείας, τοιαύτη γαρ η λίθαξ πέτρα). Η κατάληξη -ιάς ({ -εάς { -έας) είναι περιεκτική, πβ. Φοινικιάς, Φτελιάς, Μοριάς, Βρασκεάς ‘τόπος με πολλά βρασκιά (κυψέλες) στη Δυτική Kρήτη, κ.α.. Λιθακιές, λοιπόν, δηλώνει περιοχή με πολλές τραχειές πέτρες.

Οι Λιθακιές βρίσκονται σ' ένα από τα μονοπάτια που διαπερνά τη νότια πλευρά του Κρίκελου. Πρόκειται για μια μία σάρα που ξεκινάει από το ύψος περίπου των 500 μέτρων και καταλήγει απότομα - σχεδόν κάθετα - μέχρι την θάλασσα. Στον χάρτη (κλικ για μεγέθυνση) το βέλος δείχνει την θέση της.

Τετάρτη, 06 Φεβρουαρίου 2008

Κολοφάνα – Κολόφωνας: Δύο ταυτώνυμα τοπωνύμια σε Αμοργό και Δωδεκάνησα

του Μιχάλη Ευστ. Σκανδαλίδη (*)
Εκπαιδευτικού — Ονοματολόγου

Είχα την ευκαιρία σε προηγούμενα άρθρα μου στο φιλόξενο περιοδικό «Το Κάστρο της Αμοργού» να αναφερθώ σε ταυτώνυμα ζεύγη τοπωνυμίων Αμοργού και Δωδεκανήσων, όπως αυτά των Μαρασκά, (στου) - Μαριτσά, (τα) [Κ.τ.Α. τ. 16/2005, σ. 5] και Αρκεσίνη -Αρκάσα [Κ.τ.Α. τ. 37/2007, σ. 14].

Σήμερα θα προσπαθήσω να προσεγγίσω άλλα δυο, κατά τη γνώμη μου, ταυτώνυμα τοπωνύμια: την Κολοφάνα, μικρό χωριό της Κάτω Μεριάς της Αμοργού, και τον Κολόφωνα των Δωδεκανήσων. Με το τελευταίο όνομα φέρονται δυο μικρές βραχονησίδες, ο Κολόφωνας της Κάσου, με έκταση 2 στρέμματα και γεωγραφικές συντεταγμένες 26 58΄ - 35^ 26΄, και ο Κολόφωνας της Χάλκης, με έκταση 8 στρέμματα και γεωγραφικές συντεταγμένες 27
38΄ - 36^ 13΄.

Με τον Κολόφωνα της Χάλκης ασχολήθηκε ο Χρ. Παπαχριστοδούλου, ο οποίος παράγει το όνομα από τη λ. καλοφανός-κολοφανός ({καλός+φανός) και γράφει Κολόφονας (Τοπωνυμκά και ονοματικά Χάλκης Δωδ/νήσου, περιοδ. Πλάτων τ.12,1960, σ.32). Το ίδιο και εγώ, αργότερα, υιοθέτησα αυτή την προσέγγιση (Το τοπωνυμικό της Χάλκης Δωδ/νήσου, Ρόδος, 1982, σ.67). Με τον Κολόφωνα της Κάσου ασχολήθηκε ο Κων/νος Μηνάς που παράγει το τοπωνύμιο, ορθά κατά τη γνώμη μου, από το όνομα κολοφών (Τοπωνυμικό της Κάσου, Αθήνα, 1975, σ. 67).

Η Ελένη Ζαχαρίου - Μαμαλίγκα σε μια πρόσφατη εμπεριστατωμένη εργασία της ‘Πατριδωνυμικά και τοπωνυμικά της Αμοργού’ προτείνει το Κολοφάνα (η) της Αμοργού ως μεγεθυντικό τύπο του καλοφανός, (ο) { καλοφανός { κάλα, τα ‘ξύλα’ + φανός (Κ.τ.Α. τ. 39/2006, σ.17 και Ονόματα τ.19, 2007, σ.573).

Όπως ανέφερα και στην αρχή, τα δυο αυτά τοπωνύμια Κολοφάνα—Κολόφωνας, υεωρώ ταυτώνυμα και ομόρριζα. Είναι εδαφωνύμια και αοφείλουν την ονομασία τους στη διαμόρφωση του εδάφους. Και οι δυο βραχονησίδες των Δωδεκανήσων είναι οξυκόρυφες και υψηλές, σε σχέση με το μέγεθός τους και τις παρακείμενες άλλες χαμηλές.

Στα βόρεια της Κολοφάνας Αμοργού, όπως με βεβαιώνει ο καλός φίλος κ. Νίκος Νικητίδης, δεσπόζει κωνικό ύψωμα που σήμερα λέγεται Πουλακάςμ το οποίο παλαιότερα χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι ως παρατηρητήριο (βίγλα), από όπου κατόπτευαν την περιοχή για τον φόβο των πειρατών. Αλλά και η κ. Ελένη Ζαχαρίου-Μαμαλίγκα σημειώνει: «Στα βόρεια της Κολοφάνας βρίσκεται ένα ύψωμα που δεσπόζει στην περιοχή της Κάτω Μεριάς. Πρόκειται για τον Πουλακά… ο σκοπός τουοποίου μπορούσε να κατοπτεύει στεριά και θάλασσα» (ό.π. σ. 28 και 573-4 αντίστοιχα).

Ως εδαφωνύμια, τα Κολοφάνα, (η) και Κολόφωνα, (ο), έχουν ως πρωτότυπη την αρχαία λέξη κολοφών, (η) που σημαίνει ‘η υψίστη κορυφή, το ύψιστο σημείο, το μη περαιτέρω’. Πβ. Μεταφορικά και τη λαϊκή φράση ‘έφθασε στον κολοφώνα της ζωής του’ για εκείνον που έφθασε στα πιο ψηλά σκαλοπάτια αυτού που υπηρετεί. Επίσης την αρχαία πόλη Κολοφών της Λυδίας, του ‘κοινού των Ιώνων’, κτισμένην σε ύψωμα, από όπου και η ονομασία. Ο Ησύχιος και το λεξικό της Σούδα εξηγούν τη λέξη ως ‘υψηλό ακρωτήριο’ : ‘κολοφών. Μέγα και υψηλόν ακρωτήρι-ον’ (Ησύχιος) και ‘κολοφών. Το πέρας, το μέγα και υψηλόν ακρωτήριον’ (Σούδα), φυσικά με την αρχαία σημασία της λέξης: ‘ακρωτήριον ({ άκρον) = παν υψηλόν ή εξέχον μέρος, ακρωτήριον ούρεος = κορυφή όρους (L-S οικείο λήμμα), πβ. Και Ηρόδ. 7, 217. Με τη σημασία αυτή, διαβάζω στο Εγκυκλοπ. Λεξικό Ήλιος: ‘Κολοφώνας: ύφορμος και άκρα της δυτικής ακτής της Αμοργού’, που πιστεύω πως είναι η περιοχή Κολοφάνα της Κάτω Μεριάς.

Ομόρριζη της λ. κολοφών, (η) είναι και η αρχαία λέξη κολωνός (=κολώνη, Ομήρ. Ιλ. Β811, Λ757, και κολώνα-colunna), λατ. Collis, με την ίδια σημασία ‘γήλοφος, κάθε μικρό ύψωμα γης’, ακόμα ‘σωρός από πέτρες, τύμβος, άφος λακκοειδής’. Καιη Σούδα: ‘κολωνός. Γης ανάστημα, τόπος υψηλός. Προκόπιος’. Πβ. Κολωνός, δήμος της αρχαίας Αθήνας που βρισκόταν πάνω σε λοφίσκο, πάνω από την Αγορά, γι’ αυτό και Αγοραίος Κολωνός, κοντά στο ναό του Ήφαιστου (Θησείο), Κολωνός Ίππειος δήμος σε βραχώδη λόφο στην πεδιάδα του Κηφισσού. Πβ., τέλος, τη μικρή βραχονησίδα του Αργολικού κόλπου Κοιλάδια ή Μαραθονήσι που λέγεται και Κορωνίς, και φαίνεται να ταυτίζεται με την αρχαία ονομασία Κολωνίς που αναφέρει ο Πλίνιος: Κολωνίς } Κορωνίς με τροπή λ } ρ, καθώς και το αρχαίο πόλισμα Κολωνίς, το σημερινό χωριό Καστέλλια της Μεσσηνίας (καστέλλι ‘ύψωμα’).

Από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, τοπωνύμια που έχουν ως αρχή τις λέξεις κολοφών και κολωνός προσδιορίζουν υψηλούς τόπους. Πιστεύω λοιπόν ότι τα τοπωνύμια Κολοφάνα και Κολόφωνας είναι εδαφωνύμια και έχουν ως ριζική αρχή την αρχαία λ. κολοφών, (η): κολοφών,η—αιτιατ. την κολοφώνα } ο Κολόφωνας (Δωδ/νησα) μεγεθυντικός τύπος με αλλαγή γένους και αναβιβασμό τόνου, όπως η κοφίνα > ο κόφινας, η πεζούλα } ο πέζουλας, και τοπωνύμιο Πέζουλας, και κολοφών,η—αιτιατ. Την κολοφώνα } η Κολοφώνα } η Κολοφάνα (Αμοργός) με υποχωρητική αφομοίωση ο-α } α-α.

Πηγή:
Περιοδικό «Το Κάστρο της Αμοργού», τεύχος 47-48, Δεκέμβριος 2007

(*) Ο κ. Μιχάλης Ε. Σκανδαλίδης γεννήθηκε στη Νίσυρο το 1935. Διευθυντής στα Πρότυπα Δημοτικά Σχολεία της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ρόδου (1966-1986) και Διευθυντής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Δωδεκανήσου (1986-1990). Γραμματέας της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου, αντεπιστέλλον μέλος του φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», μέλος της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας, της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας και της Δωδεκανησιακής Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας.